λυσιτέλεια


λυσιτέλεια
η (Α λυσιτέλεια) [λυσιτελής]
κέρδος, όφελος («καὶ ζητοῡντι τὴν ἑτέρων λυσιτέλειαν», ΠΔ)
αρχ.
φρ. α) «λυσιτέλεια περὶ τὸν χρόνον» — αναβολή πληρωμών ωσότου καταστούν υποχρεωτικές
β) «διὰ λυσιτέλειαν» — για οικονομία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λυσιτελείᾳ — λυσιτελείᾱͅ , λυσιτέλεια advantage fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτέλεια — advantage fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελείας — λυσιτελείᾱς , λυσιτέλεια advantage fem acc pl λυσιτελείᾱς , λυσιτέλεια advantage fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελείαι — λυσιτελείᾱͅ , λυσιτέλεια advantage fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελειῶν — λυσιτέλεια advantage fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελείαις — λυσιτέλεια advantage fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτέλειαν — λυσιτέλεια advantage fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιστοτέλεια — ἱστοτέλεια, ἡ (Α) επιδέξια υφάντρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστός + τέλεια (< τελής < τέλος), κατά το σχήμα εντελής: εντέλεια, λυσιτελής: λυσιτέλεια, χωρίς τη μεσολάβηση επιθ. *ἱστοτελής] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.